ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ: Λαδιά, Λοιζίδης, Λουκίδου, Μαραγκόπουλος, Μαρκόπουλος Θ, Μοδινός, Νικοπούλου

ΕΛΕΝΗ ΛΑΔΙΑ



Τά ὄνειρα τοῦ νεκροῦ


Τώρα θά σᾶς ἀποκαλύψω κάτι, τό ὁποῖον ἡ ἴδια ἀνακάλυψα  μετά ἀπό πολλούς πειραματισμούς, πώς ἡ μεταθανάτια ζωή εἶναι ἀπλῶς ἡ ἐξέλιξη τῆς ζώσης μέ κοινό χαρακτηριστικό τό ὄνειρον.
Θἀ γνωρίζετε βεβαίως, καί ἄν ὄχι θά σᾶς τό μάθω ἐγώ, πώς ὁ ὀρφικός ὕμνος στόν Ὕπνο ἀναφέρει: «καί τήν μελέτη τοῦ θανάτου φέρεις διασώζοντας τίς ψυχές· /γιατί ἐγεννήθης τοῦ θανάτου καί τῆς λήθης ἀδελφός.»

Στόν ὀρφικό ἐπίσης ὕμνον τοῦ ὀνείρου ἀναφέρεται: «μιλώντας μέ τίς  ψυχές τῶν θνητῶν ἀφυπνίζεις τόν νοῦ..»
Καί ὁ ἐπίσης τοῦ  θανάτου λέγει: «γιατί ὁ δικός σου ὕπνος θραύει τήν ψυχή καί τήν σύνδεση τοῦ σώματος!..............φέρνονταςς τόν βαθύ  στούς ζωντανούς αἰώνιον ὕπνον.»

Γνωρίζετε ἐπίσης ἀπό τήν Θεογονία τοῦ Ἡσιόδου πώς ὁ ὕπνος καί ὁ θάνατος εἶναι ἀδέλφια, τέκνα τῆς μαύρης νύχτας, ὅπως καί ὁ λαός τῶν ὀνείρων, πού ὅλα τά ἐγέννησε, χωρίς νά πλαγιάσει μέ κάποιον. Ἐπίσης καί ὁ Ὅμηρος ἀναφέρεται στόν Δῆμο τῶν ὀνείρων, καθώς καί στίς δύο πύλες τους, τήν κερατίνην μέ τά ἀληθῆ ὄνειρα καί τήν ἐλεφαντίνην μέ τά ψευδῆ.

Οἱ ἀπεικονίσεις τῶν ἀδελφῶν Ὕπνου καί Θανάτου στόν ἐρυθρόμορφο κρατήρα τοῦ Εύφρονίου, οἱ ὁποῖοι μέ ἀρχαγγελικά φτερά σηκώνουν τόν νεκρό Σαρπηδόνα, ὅπου στό σῶμα του παρατηροῦμε μισόκλειστο  τό ἕνα μάτι καί ἐλαφρῶς ἀνοικτό τό στόμα, συμπεραίνουμε πώς ὁ γεννειοφὀρος Θάνατος εἶναι πιό ἡλικιωμένος. Τί νά σημαίνει; ἑρμηνεύω: τίς περισσότερες φορές ὁ θάνατος πλησιάζει τόν ἄνθρωπο στήν γεροντική ἡλικία.

Λοιπόν σέ αὐτήν τήν ἡλικία οἱ ἄνθρωποι κοιμοῦνται ἀκατάστατα, καί τὀ βιολογικό τους ρολόγι ἀρχίζει νά ξεκουρδίζεται. Ὅμως κομβικόν σημεῖον  εἶναι τό ὄνειρον.

Εὑρισκομένη στήν γεροντική ἡλικία ἔχω ἕναν ὕπνο βαθύτερο, ἀλλά ἀπό ἔφηβη ἀκόμη, γεμάτον ὄνειρα. Τά ὄνειρἀ μου εἶναι ὄντως ἕνας δῆμος ὀνείρων, διότι εἶναι πολλά καί μέ ἀτομική ἰδιοσυστασία, τά ὁποῖα καλύπτουν ὅλες τίς πτυχές καί  τίς λεπτομέρειες  τῆς συναισθηματικῆς καί νοητῆς ζωῆς. Εἶναι τόσο ἐναργῆ αὐτά τά ὄνειρα, πού μέ ἐπηρρεάζουν καί στά μεσοδιαστήματα ὕπνου καί ξύπνιου. Ἐξακολουθῶ νά νομίζω πώς ὀνειρεύομαι καί δέν διακρίνω τίς δύο ζωές. Τά ὄνειρα προκαλοῦν χαρά, πόνο, νοσταλγία, τύψεις καί ὅλα ὅσα ὁ ἄνθρωπος βιώνει στήν ζωή του. Σέ αὐτή τήν ἡλικία λοιπόν καί τήν ἀκόμη μεγαλύτερη, τό διάστημα ὕπνου καί θανάτου ὅλο μειοῦται, δίνοντας προτεραιότητα στό Ὄνειρον πού ἐξαπλώνεται.

Ἔρχεται ἑπομένως μία στιγμή, ὅπου ὁ θάνατος εἶναι ἁπλῶς μία μετάλλαξη τοῦ ὕπνου, καί ἡ ζωή συνεχἰζεται στόν θάνατο φορώντας πάντα τό ἔνδυμα τοῦ ὕπνου, μέ φορέα τὀ ὄνειρον. Ὀνειρευόμασθε συνεχῶς, εἴτε θυμόμαστε τά ὄνειρα μας εἴτε ὄχι, σέ ὅλη τήν διάρκειά μας.
Ὅσο γιά τήν τιμωρία μέ τούς πόνους καί τά βασανιστήρια, καθώς καί γιά τήν ἀμοιβή στήν μεταθανάτια κατάσταση δέν εἶναι παρά ὄνειρα εὐτυχῆ ἤ βασανιστικά. Εὐφραινόμασθε καί βασανιζόμαστε.

Συμπερασματικῶς τά ὄνειρα τοῦ νεκροῦ εἶναι ὅμοια μέ τοῦ ζωντανοῦ, ὅπου ὁ νεκρός καί ὁ ζωντανός εἶναι κατά συνθήκη ψεύδη.
 

                                                                                                                       11/3/20  (Δημοσιευμένο στό ἠλεκτρονικό περιοδικό Διάστιχο)


Διαβάζω

Τελειώνω «τό ἡμερολόγιο τοῦ διαβόλου» Ὁ Ἄλφρεντ Ρόζενμπεργκ καί τά κλεμμένα μυστικά τοῦ Γ Ράιχ τῶν Robert K. Wittman καί David Kinney, ἐκ.Πεδίο2016.  Ἀναφέρεται στόν Ἄλφρεντ Ρόζενμπεργκ, τόν θεωρητικό τοῦ ναζισμοῦ σχετικῶς μέ τήν καθαρότητα τῆς φυλῆς καί τό γένος τῶν «ναζιστικῶν Ἀρίων», τῶν ψευδῶν Ἀρίων, διότι ἱστορικῶς Ἄριοι ὀνομάζονται ((κατά τόν θρησκειολόγο Ροῦντολφ Ὄττο) ὁ λαός πού ἐποίκισε κατά τό 1500 π.χ τό ὑψηλότερο τμῆμα τοῦ Ίνδοῦ καί Γάγγη ποταμοῡ, καθώς καί  τό ὁροπέδιον καί τήν ὀροσειρά τοῦ Ἰράν. Ἀπό αὐτούς δημιουργήθηκε ὁ ἰνδουισμός καί ἡ θεολογική διδασκαλία τῶν Περσῶν.

Τό «Ἣμερολόγιο τοῦ διαβόλου εἶναι ἕνα ἀνατριχιαστικό βιβλίο πού περιγράφει τόν χαρακτήρα καί τήν δράση «τοῦ τέρατος» πού μετέτρεψε ἑκατομμύρια  Ἑβραίους ἀπό ἀνθρώπους σέ ἀριθμούς, ἀπό ζωντανούς σέ καταπονημένους νεκρούς.

 

ΒΑΚΗΣ ΛΟΙΖΙΔΗΣ

 

 

Κονβόι VS  Φάλαγγα


Είναι φορές που η ζωή
φέρνει τις ξένες λέξεις πιο κοντά
όπως μια εκδρομή στην θάλασσα
τότε που για να πας κερύνεια
έπρεπε να περιμένεις σε κονβόι
Σ’ είχε μαγέψει η  κιμωλία
που χρησιμοποιούσαν οι Οηέδες
όταν  σημάδευαν
τον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου
Έμοιαζε με την κιμωλία  που χρησιμοποιούν
οι ράφτενες για να σημαδέψουν ρούχα
Κι έμεινες με τον καημό να αποκτήσεις
μία τέτοια κιμωλία
Τώρα που  βλέπεις ένα γραμματιζούμενο
να αποκαλεί αγράμματους
αυτούς που μιλάνε για κονβόι
Οφείλεις να του πεις πως
όταν μιλάμε για νεκρούς
είτε φάλαγγα πούμε  είτε κονβόι
δεν έχει σημασία.

(Οηέδες: στρατιώτες των Ηνωμένων Εθνών)
   
Ανέκδοτο

 

ΕΥΤΥΧΙΑ - ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ

 

ΔΕΥΤΕΡΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ


Α, ελεεινές δεύτερες σκέψεις
​που αποδειχτήκατε δειλές
και σπεύδατε να μας σώσετε
σαν θαύμα αναπάντεχο
πριν καν να γίνει η δέηση.

Με το ένα πόδι τεντωμένο στο αύριο
– τέλεια να μιμείται καλπασμό –
να μας κρατάτε ακίνητους και βαρετούς
στη σύνεση καθηλωμένους

ή πιο συχνά
με μια πειθώ δημαγωγού
και ασφαλιστή συγχρόνως
ν’ απλώνετε ρίζες μέσα μας
ρίζες χοντρές και στέρεες
που εγγυώνται βλάστηση
ανθούς, καρποφορία...
Μα, εντέλει, τίποτε απ’ αυτά.
Μονάχα ρίζες
που εγγυώνται ρίζες.

Κι είναι για άλλους
η ζωή και η αποστασία
του δρόμου η σκόνη η άγια
κι οι αγρυπνίες στη χάρη της.

Για εσάς
είν’ τα προσχήματα και τα μεθοδευμένα
η αρτιμελής ζωή και οι φαντασιώσεις
για να μπορεί επ’ άπειρον
του φόβου το βατράχι να κοάζει
για να ανθίζει επιτυχώς
η ομοιομορφία·

σαν κάτι νύχτες νοσηρές
που από πλήξη αφόρητη
τις λάμπες απ’ τους δρόμους
ξεβιδώνουν
και τις βιδώνουνε μετά
μέχρι να ’ρθει τ’ άλλο πρωί.
Μια εναλλαγή μηχανική
με βλέμμα άδειο, σταθερό
λες και μιμούνται θάνατο.

Οι νύχτες...

Ως το πρωί.

Βιδώνουν
ξεβιδώνουν...
Με βλέμμα άδειο
σταθερό.

Α, ελεεινές δεύτερες σκέψεις
που αποδειχτήκατε σοφές
διδάσκοντάς μας άρνηση και υποταγή
κι αθώα οπισθοχώρηση...

Μας μάθατε για τα καλά
πως ό,τι δεν μας συναντά
αυτό στο τέλος
μας διασχίζει.

Αφόρετα θαύματα, Κέδρος 2017

 

ΑΡΗΣ ΜΑΡΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ

                                                                                   

                                                          Έτσι όπως τους έσπρωχνε η μοίρα στην κατάσταση που βιώναμε τότε,
                                                           ό,τι είχαν δει κι ό,τι είχαν κάνει είχε φτάσει πια να τους πνίγει ως τον
                                                           λαιμό, δεν άντεχαν άλλο. Γι' αυτό και έπρεπε είτε να πεθάνουν είτε
                                                           να ζήσουν προχωρώντας μπροστά. Προχώρησαν μπροστά.

                                                                                             Λουίζ Μισέλ, Le Monde Nouveau, 1888.

 

20 Νοέμβρη, υπνοδωμάτιο των Λαφάργκ

 

Εκείνη τη Δευτέρα, αργά το βράδυ, λίγο πριν πέσουν για ύπνο, η Λόρα, με ύφος ανθρώπου
που ρωτά αν θα σβήσει το φως

– Βιβλιομαντεία ή ουτοπίες;

– Θέλω να φύγουμε πριν πιάσουν τα πολλά κρύα. Yποφέρω με τον παλιοχειμώνα. Εμείς οι Κρεολοί είμαστε άνθρωποι του ήλιου!
γκρίνιαξε ο Πολ.

– Όποτε σε βολεύει είσαι Κρεολός… Δεν μου απάντησες όμως…

– Ουτοπίες, Λόρα, ουτοπίες βέβαια, και διαλέγω Μπλανκί! Το μισοκοιμισμένο σκυλί στα πόδια του κρεβατιού κούνησε
την ουρά του.

– Λοιπόν δεν θα το πιστέψεις! Το είχα έτοιμο για βιβλιομαντεία! έκανε η Λόρα με το
χαμόγελο επιμελούς μαθήτριας και σήκωσε από το κομοδίνο δίπλα της την Αιωνιότητα διά των Αστέρων.
Εμπρός, ξεκίνα, Πολ!

 

…κάθε άνθρωπος κατέχει στο σύμπαν έναν ατελείωτο αριθμό αντιτύπων
που βιώνουν τη ζωή του, ακριβώς όπως τη βιώνει κι ο ίδιος. […] Κάθε
δευτερόλεπτο διαθέτει ταυτόχρονα σε δισεκατομμύρια αντίτυπα σωσίες
που γεννιούνται, άλλους που πεθαίνουν, άλλους που η ηλικία τους
κλιμακώνεται από δευτερόλεπτο σε δευτερόλεπτο, από τη γέννησή του ως
τον θάνατό του. […] Επομένως, ο καθένας μας έχει ζήσει, ζει και θα ζει χωρίς
σταματημό, με τη μορφή εκατομμυρίων alter ego. […] Μοιραζόμαστε την
ίδια μοίρα με τους πλανήτες, τις μητέρες τροφούς μας που μέσα στους
κόλπους τους κατορθώνεται αυτή η ανεξάντλητη ύπαρξη.

 

– Και, παρ’ όλα αυτά, δεν αυτοκτόνησε! είπε η Λόρα συλλογισμένη μόλις ο Πολ τέλειωσε
την ανάγνωσή του.

– Μα, από τη μεριά του είναι φυσικό. Ποιος θα ήθελε αυτή ειδικά η πράξη του να διαιωνίζεται
σε εκατομμύρια αντίτυπα!

Γέλασαν κι οι δύο, κάπως συγκρατημένα. Το τέλος του Μπλανκί, με όλες αυτές τις ονειροφαντασίες
για τ' αστέρια και τους σωσίες, τους πίκραινε. Ήταν το τέλος μιας ολόκληρης εποχής. Της δικής τους. Το ήξεραν.

– Ήξερε πως, ό,τι κι αν έκανε πια, τον σοσιαλισμό δεν τον προλάβαινε. Γεγονός που ισχύει και για μας, ας ήταν να ζήσουμε
κι άλλα πενήντα χρόνια, Κακαντού μου! Βλέπεις, τότε που το έγραφε ο άμοιρος, στην τελευταία φυλακή του,
έπρεπε να σοφιστεί κάτι κι αυτός για να σώσει την πίστη του.

– Τι ωραία που θα ήταν να μη γνωρίζαμε ότι θα πεθάνουμε… ψιθύρισε εκείνη.
– Ναι, αλλά κανείς δεν γνωρίζει τον θάνατό του. Πότε θα συμβεί. Μην κοιτάς εμάς. Εμείς είμαστε ιδιαίτερη περίπτωση.
μείς έχουμε το προνόμιο να διαλέγουμε…
Έδειξε τον Μπλανκί που η ανάγνωση τον είχε αποκοιμήσει και τώρα άφηνε μικρούς στεναγμούς, έβλεπε όνειρο.
«Τα ζώα είναι πιο τυχερά, σ' αυτό. Δεν γνωρίζουν ότι θα πεθάνουν, δεν περιμένουν κάτι. Αφήνονται καρτερικά στο γέρασμα.
Εγώ, ωστόσο, ζηλεύω τα δέντρα εκεί έξω: δεν αποχωρίζονται ποτέ το χώμα που τα τρέφει.
Σκέψου τον κέδρο και τη βελανιδιά μας! Ακόμα κι όταν, ύστερα από κάποιους αιώνες,
χάσουν τους χυμούς τους, σαπίσουν, θα μείνουν εκεί στον ίδιο τόπο και η ζωή–


Απόσπασμα από το μυθιστόρημα Πολ & Λόρα, ζωγραφική εκ του φυσικού, σ. 379-384.

Διαβάζω το αισθαντικό επιστολικό μυθιστόρημα του Ζαν-Ζακ Ρουσό Julie ou La Nouvelle Héloïse,
που είχα μισοδιαβάσει στη νεότητά μου. Τώρα το αντιμετωπίζω διαφορετικά: βλέπω καλύτερα το γιατί,
ο ουσιαστικό raison d' être αυτού του έργου και η αναγνωστική απόλαυση είναι μεγάλη,
ειδικά αυτές τις σκοτεινές, ανέραστες ημέρες.

 

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ

 


ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ ΑΠΡΙΛΙΟΥ

΄Εμμονη ανομβρία παιδεύει το βλέμμα
άπνοια στα μαλλιά και σκοτώνει
ρούχο μπετό της μέρας
συνθλίβει τ’ ανοιχτό μου σώμα
κι επιστρέφω βρέφος σκασμένο
στον Απρίλη της μικρής πατρίδας
Σπουργίτια κουβάρι στις φωνές τυλιγμένα
γκρεμίζονται στα φυλλώματα
το λουλούδι κοιτάει το λουλούδι κι ανθίζει
ακόμα στέκει το δάκρυ του πρωινού
στα βλέφαρα της μέρας
η ευδαιμονία του χόρτου
κι ο βόμβος της μέλισσας
της σαύρας το αιφνίδιο πέρασμα
Στα πέλματά μου τινάζει φτερό
το σφαγμένο αίμα
Φύονται ήδη στις ρωγμές τα πρώτα χαίρε

(Το περίστροφο της σιωπής, Τα Τραμάκια, 1996)


ΤΟ ΚΟΥΓΚΙ


Στα ορεινά μιας πόλης περιττής όπου μ’ έταξε η στημένη μου μοίρα ιδρύω την επικράτεια της αυτοκρατορικής μοναξιάς μου
Τριζόνια εκκωφαντικά διαπλέουν ακατάπαυστα τις φλέβες της σιωπής μου λησμονημένος σήπομαι στον ίσκιο του Βερμίου
Κόπωση μνήμης κόπωση θέας και πέφτω
Γεφύρια κομμένα γύρω μου και τα στενά πιασμένα οι φίλοι ξοδεμένοι ένδον ποντίζομαι τον κόσμο γνωρίζω πια μέσ’ απ’ τους καθρέφτες τα νέα της συνοικίας μου μέσω Αθήνας
Πεύκο μονάχο σαλεύω στο βλέμμα μου επανδρώνω το σώμα μου μονάχα με λέξεις
Στα ορεινά μιας πόλης περιττής υπερασπίζω λείψανα πια ονείρων καπνίζοντας ανεπιφύλακτα τα τελευταία μου τσιγάρα λίγο πριν τινάξω στον αέρα το Κούγκι

(Τεστ κοπώσεως, Τα Τραμάκια, 2002)


ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΝΗ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ


Ο ήλιος τη βρίσκει στο μπαλκόνι να κοιτάζει πέρα την απέραντη θάλασσα
Όταν παίρνει να τρεμίζει το φως κατεβαίνει στο κύμα βρέχει τη μοναξιά της κι ανέρχεται
Μπαίνει ολόκληρη στον καθρέφτη κι επιστρέφει μισή
Ύστερα βγαίνει στο μπαλκόνι και ξαναπαίζει το άγαλμα
Κόπωση θέας και γλαρώνει
Σε μπαμπάκι χιόνι πέφτει και βλέπει μια γυναίκα σ’ ένα μπαλκόνι να κοιτάζει πέρα την απέραντη θάλασσα
Συνέρχεται κι είναι ακόμα εκεί
Ώσπου ο ήλιος σβήνει στο νερό και μια νύχτα τυφλή φράζει το βλέμμα
Στύβει τότε τα μάτια της κι ένα δάκρυ ζεστό την κάνει λιώμα

(Μικρές ανάσες, Μελάνι, 2010)


ΤΟ ΑΠΟΛΩΛΟΣ ΠΟΙΗΜΑ


Έμπαινα στο ποίημα
με τ’ άσπρα πανιά μου στο φουλ φουσκωμένα
πλήθη στην προκυμαία τσακίζανε χέρια
μπάτης κι έπαιρνε το σώμα στις μνήμες
Έμπαινα ήδη στο ποίημα
με ανασκουμπωμένα μανίκια
παντόφλες ευρύχωρες και λάσκα πιτζάμα
τρένο υπέροχα μόνο
στην απέραντη ερημία της χάρτινης στέπας
Έμπαινα επιτέλους στο ποίημα
εν πλήρει στύσει
σκαμπανέβαζα πες σε κρεβάτι τριζάτο
όταν αναπάντεχο μ’ έκοψε τηλεφώνημα

(Χαμηλά ποτάμια, Μελάνι, 2015)
 

 

ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΟΔΙΝΟΣ

 

Στην Παραγουάη
 

Την δεκαετία του 1730, που ο πρόγονός μου Χόρχε Σούρλα Μπάστος  φτάνει σ’ αυτά τα εδάφη,
οι τριάντα περίπου ιεραποστολές λειτουργούν αρμονικά -όσο αρμονικά μπορεί να λειτουργήσει
μια ανθρώπινη κοινότητα- επί έναν αιώνα. Σχετική ειρήνη βασιλεύει στα εδάφη του Ρίο Παραγουάη και του Άλτο Παρανά. 
Ο συγκρητισμός  -υπό  την έννοια του μπολιάσματος των θρησκευτικών πρακτικών με αυτόχθονα στοιχεία-  
είναι ανεκτός ακόμη και από τους Ιησουίτες. Ο πληθυσμός των Ρεντουσσιόνες  ξεπερνά κάποια στιγμή,
σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, τους 140.000 κατοίκους.  Ο όρος “κράτος εν κράτει” μπορεί να χρησιμοποιηθεί
στην περίπτωσή τους κυριολεκτικά – μάλιστα δεν είναι λίγοι οι ιδεαλιστές της εποχής που οραματίζονται
μια αυτόνομη ινδιάνικη δημοκρατία. Η παραγωγικότητα αυξάνει ανεμπόδιστα και τα προϊόντα τους εξάγονται
μέσω του Ρίο ντε Λα Πλάτα  και των υψιπέδων του  Μάτο Γκρόσο, ακόμη και στην Ευρώπη.
Έτσι κι αλλιώς μια πρώιμη μορφή παγκοσμιοποίησης,  αγκαλιάζει ήδη τότε τον πλανήτη με διάφορες μορφές - εταιρείες,
συμπράξεις, μεταναστεύσεις, πολιτισμικές επιμειξίες. Ο κόσμος,  μοιάζει με ένα πεδίο άξιο διερεύνησης
στα μάτια του Χόρχε αν και τίποτα δεν μοιάζει να τον εκπλήσσει ιδιαίτερα: έχει μπροστά του νέες μορφές της ανθρωπότητας
με όλα της τα πάθη, τα μίση, τους πόθους, τις ελπίδες,  και κυρίως τις αποκλίνουσες μορφές κοινωνικής της οργάνωσης.
Έτσι, τέλος πάντων, νομίζω πως βλέπει τα πράγματα όταν πάνω σε ένα κάρο με ξύλινους τροχούς που το σέρνουν
δυο μακρυκέρατα βόδια, μπαίνει ένα απομεσήμερο μαζί με τον Βάσκο φίλο του Ερνέστο Αθπιλικουέτα
στην Πλάθα ντε Άρμας της Ασουνσιόν, όπου μόνο σκυλιά συναντούν να κοντανασαίνουν με τη γλώσσα έξω
στη σκιά των τροπικών ακακιών, με τα αιμάτινου χρώματος άνθη τους.

*
Αλλά γιατί να σε κουράζω με όλα αυτά, που λίγο σε αφορούν στο κάτω κάτω, καλέ μου αναγνώστη; 
Η ζωή συνεχίζεται και δεν είναι πάντοτε  ανέφελη - ούτε καν εδώ στην Παραγουάη.
Μια χρονιά είχαμε επιδρομή ακρίδων  που κατέστρεψαν το τρίτο της σοδειάς.
Μια άλλη, ο τόπος γέμισε κίτρινες πεταλούδες που έρχονταν  κατά εκατομμύρια μπαίνοντας στα ρουθούνια,
ακόμα  και στο στόμα ανθρώπων και ζωντανών. Μετά από μια βδομάδα τα κολεόπτερα εξαφανίσθηκαν σε τεράστιους θεαματικούς κυματισμούς. Διαπιστώθηκε κάποια στιγμή ότι οι αλιγάτορες είχαν πολλαπλασιαστεί τόσο πολύ από την υπερπροστασία
που διεκδίκησαν και επέβαλαν οι περιβαλλοντικοί ακτιβιστές,  ώστε  τα ερπετά καταβρόχθιζαν πια μέχρι 
και απερίσκεπτα γελάδια - οπότε η κυβέρνηση διέταξε επιτέλους την επιλεκτική εξόντωσή τους.
Δεκάδες χιλιάδες πυροβολημένοι αλιγάτορες σάπιζαν κατά μήκος των μεγάλων ποταμών της χώρας μέχρι
να αποφασισθεί τι θα τους κάνουν. Μας επισκέφτηκε το 2019 η περιοδική  έξαρση του ενδημικού
δάγκειου αιμορραγικού πυρετού  με διόλου  ευκαταφρόνητο  αριθμό θυμάτων, ενώ καπάκι είχαμε το μερτικό μας
στον τρόμο του κορωνοϊού μαζί με όλους τους συνοδούς προβληματισμούς – για τα  ρίσκα της παγκοσμιοποίησης,
την ταχύτητα ανταλλαγών και επικοινωνιών, την εκδίκηση της φύσης,  την αλαζονεία μας, ακόμη  και για  το θεϊκό χέρι
που τιμωρεί την απληστία (αλλιώς, την ύβρι) του ανθρωπίνου γένους.  Έχει και περιστασιακές πλημμύρες,
έχει και παγωμένους ανέμους από τις αργεντίνικες πάμπας που σε σφάζουν, όπως λέμε εδώ.
Θέλω να πω, φίλε μου,  πως η ζωή δεν είναι πουθενά ευθύγραμμη, κάτι που υποθέτω ότι γνωρίζεις,
αλλιώς δεν θα μου κρατούσες συντροφιά τόσο καιρό. 

(Ανέκδοτο απόσπασμα από το υπό εξέλιξη έργο Παραγουάη)

 

ΗΡΩ ΝΙΚΟΠΟΥΛΟΥ

 

 

Έξω

Έξω λες έξω από το χρόνο
χνούδι λευκό που στροβιλίζεται
του κλέφτη κολλάει στα μαλλιά
στα ρούχα και στα βλέφαρα
υδρατμού λευκό σεντόνι
στο δυτικό μπαλκόνι του σχολείου
πέπλο ημιδιάφανο της Αίγινας κρυψώνα

Όμως πάει καιρός που
τα παιδικά επιφωνήματα
αναπηδούνε στην αυλή και    
μ’ ένα κόκκινο παλμό ανυψώνονται
φωνήεντα τώρα αντηχούν κενά

Μπαλόνια ταξιδεύουν στον αέρα
αγάλματα αμίλητα πολύ
ακίνητα αγέλαστα
που αυλίζονται στη νύχτα
μυστικά ορίζοντας τις μέρες μας

Και πλέον ψιχαλίζει τις αυγές
πικρά και πεινασμένα κελαηδίσματα
κι όμως  εσύ επιμένεις
έξω
Πες μου πώς βγαίνεις
πώς από χρόνος γίνεσαι Καιρός;

Διαβάζω

Μόλις τελείωσα το βιβλίο του Κωστή Παπαγιώργη “Εμμανουήλ Ξάνθος, ο Φιλικός” και η επίγευση είναι πικρή όσον αφορά στον βίο και την πολιτεία ορισμένων εκ των Φιλικών! Πάντως, το τραυματισμένο -λόγω της απερίγραπτης εχθρότητας ανάμεσα σ΄ αυτόν και τον επίσης φιλικό Αναγνωστόπουλο- γόητρο του Ξάνθου έγινε η αφορμή για να γραφτεί η ιστορία της Φιλικής Εταιρείας.

Επιστροφή
ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ : Σαράκης, Σιδηρά, Σιώτης, Σκιαδαρέση, Σκιαθάς, Σουέρεφ, Σταυροπούλου
ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ : Καισαρίδης, Κοκκινάκη, Κολοτούρου, Κολλιάκου, Κοσμόπουλος
© Copyright 2015 Εταιρεία Συγγραφέων - Κοδριγκτώνος 8. 11257 Αθήνα. Τηλ.: 210.8231890, Fax: 210.8232543