ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ: Φύσσας, Φωστιέρης, Χατζόπουλος, Χατζοπούλου-Καραβία, Χουζούρη, Χουλιάρας

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΥΣΣΑΣ

 

ΤΥΠΙΚΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ ΔΙΗΓΗΜΑ


Η Εβελίνα βρήκε το κινητό που λειτουργούσε κανονικά μισοχωμένο στην άμμο, στην Αμμουλιανή της Χαλκιδικής, το ίδιο καλοκαίρι  που  φωτιές στην Αττική καθάριζαν μια εκατόμβη ανθρώπων. Ήταν  ένα «ioming –z11» τελευταίας γενιάς, τόσο ακριβό,  που δεν μπορούσε καν να το ονειρευτεί.

Η Εβελίνα ήταν δεκατεσσάρω χρονώ, δηλαδή σε ηλικία που δεν ενημερώνεις τους γονείς σου για πράγματα που βρίσκεις. Αφού βεβαιώθηκε πως δεν την είχε προσέξει κανείς, γύρισε στο κάμπινγκ και μπήκε στη μεγάλη οικογενειακή σκηνή. Ήταν μόνη της, οι δικοί της λείπανε στην ταβέρνα, όπου θα ’πρεπε κι η ίδια σύντομα να πάει.

Άρχισε να μελετάει τη συσκευή. Αν και δεν ήξερε ότι τα γράμματα που έβλεπε λέγονταν κυριλλικά, όλο το μενού ήταν σε κάποια γλώσσα που της θύμιζε ρώσικα.

Στις φωτογραφίες και τα βίντεο υπήρχαν μόνο δυο πρόσωπα, άντρας και γυναίκα, και οι δύο κάπως πιο νέοι από τους γονείς της, ο άντρας ξανθός, η γυναίκα καστανή: ντυμένοι και ημίγυμνοι, αγκαλιά και χωριστά, με μαγιό και με ρούχα. Καθημερινοί άνθρωποι. Οι φωτογραφίες έμοιαζε να ήταν βγαλμένες εδώ, στην Αμμουλιανή.

Σε μια φωτογραφία η γυναίκα ήταν στα γόνατα κι είχε στο στόμα της ένα  πούτσο. Η λήψη γινόταν από πάνω προς τα κάτω, προφανώς από τον ξανθό άντρα. Ακολούθησαν και άλλες παραπλήσιες. Άνοιξε και κάνα δυο βίντεο: ήταν ποικίλα γαμήσια του ίδιου ζευγαριού.

Η Εβελίνα είχε αναστατωθεί και καύλωνε. Είχε δει τσόντες στο ίντερνετ, είχε ακούσει τους γονείς της να πηδιούνται, χαϊδευόταν κιόλας η ίδια από καιρό, με μάλλον συγκεχυμένες φαντασιώσεις. Τώρα ένιωθε πολλαπλή τη γοητεία του απαγορευμένου: το απροσδόκητο ξένο κινητό,  η λαθροθέαση ιδιωτικών σεξουαλικών βίντεο, η απομόνωση στην σκηνή. Κρίμα που δεν καταλάβαινε τι έλεγαν οι άνθρωποι στα γαμήσια τους, «σίγουρα θα καύλωνα κι άλλο», σκεφτόταν.

Της ερχόταν καύλα αλλιώτικη από κάθε άλλη φορά, μαζί και ζαλάδα. Είχε αρχίσει κιόλας να χαϊδεύεται βλέποντας μια από τις ερασιτεχνικές τσόντες, όταν ένας άντρας και μια γυναίκα μπήκαν ξαφνικά στη σκηνή. Ο άντρας κρατούσε στο χέρι ένα άλλο κινητό. Η Εβελίνα χρειάστηκε λίγα δευτερόλεπτα για να συνειδητοποιήσει ότι ήταν το ζευγάρι των βίντεο. Ντράπηκε, κοκκίνησε, προσπάθησε να κλείσει τη συσκευή, μα δεν πρόλαβε. Οι άλλοι χαμογέλασαν, η γυναίκα τής πήρε ήρεμα το «ioming –z11», είπαν μονάχα «Thank you» κι έφυγαν. Είχαν περάσει το πολύ δέκα λεφτά από τη στιγμή που είχε βρει το ξένο τηλέφωνο.

Αποσβολωμένο, το κορίτσι  έκλεισε τη σκηνή και ξεκίνησε να πάει στην ταβέρνα ντροπιασμένη, μπερδεμένη, ταχύτατα ξεκαυλωμένη και μ’ ένα ακόμα εφηβικό μυστικό στην πλάτη της. Φτάνοντας, είπε μια χαζή δικαιολογία που είχε αργήσει. Αργότερα έμαθε ότι κάθε καλό κινητό το εντοπίζεις εύκολα από άλλο καλό κινητό, με προσέγγιση ενός μέτρου, ακόμα και κλειστό.

Την ξένη συσκευή την είχε κρατήσει για λίγο μόνο στα χέρια της. Οι εικόνες όμως των άγνωστων ανθρώπων στο βίντεο θα μένανε στο μυαλό της και θα την αναστατώνανε για πολλά χρόνια, ακόμα κι όταν πια θα γαμιότανε κι η ίδια.


Διαβάζω την «Ελληνική» ή «Παλατινή Ανθολογία», με αρχαιοελληνικά και μεσαιωνικά επιγράμματα συν αγγλική πεζή απόδοση, στην πεντάτομη έκδοση «Loeb»  και σε επιμέλεια του W.H. Paton, έκδοση 1968 – 1980 (ανάλογα με τον τόμο).  

 

ΑΝΤΩΝΗΣ ΦΩΣΤΙΕΡΗΣ

 


 ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ


Γι᾽ αὐτό ἐρωτεύτηκα τά σπίτια. Καί τούς ἀνθρώπους βέβαια
Πού μοιάζουνε μέ σπίτια.
Φορώντας πέδιλα μετοικεσίας δέν ταξιδεύουνε
Παρά τό βλέμμα τῶν παραθυριῶν ρεμβάζοντας
Ὥς τό ἀπέναντι. Κλωσσᾶνε σιωπή. Καί ἀχνίζουνε
Τά σπλάχνα τους συμπόνια γιά τόν ἔνοικο
Πού καταρρέει καθώς τά συντηρεῖ. Ἀνίδεος
Τά ὀχυρώνει ἀπό παντοῦ μά ἐλεύθερο
Γεννοβολάει στίς κάμαρες ἕνα σκουλήκι.
Τά σπίτια εἶναι κάστρα. Εἶναι καί κύματα
Μέ τοίχους ἀπό ἀφρούς
Εἶναι καί ἄγκυρες
Πού ἄς λιώνουν στόν βυθό κρατήσανε
Συνήθειες κιβωτοῦ.
Πολλά εἶναι τάφοι·
Μέ εἰσόδους καλλιμάρμαρες. Οἰκογενειακοί.
Μόλις βραδιάσει ἀνάβουν τά καντήλια τους
Καί συνωθοῦνται ἀνάπηρες σκιές
Νά θυμηθοῦν σέ ὀθόνη σαλονιοῦ
Πῶς νά ᾽ν᾽ ὁ ἀπάνω κόσμος.
Τά σπίτια διαθέτουν μαγνητόφωνα
Τηλέφωνα κεραῖες ἐνισχυτές
Τά σύνεργα μιᾶς προηγμένης πλέον
Μεταφυσικῆς. Κι ἀπ᾽ τήν ἀκρώρεια τῆς ταράτσας στέλνουνε
Μέ κάτοπτρα ἡλιακῶν
Στεντόρεια σήματα
Τό τελευταῖο τάμ-τάμ πρός τό ὑπερπέραν.
Ἀπέξω κλιμακοῦται ἡ ἔντασις
Ὁδομαχίες χαιρετισμῶν καί κλάξον λεωφόρων.
Ἐκεῖνα δέν γνωρίζουν τίποτα. Ψεύδονται ἀσύστολα
Δέν ἄκουσαν δέν εἶδαν. Εἶναι πού ἐνδύονται
Τήν πέτρινη ἀκαμψία τοῦ ὑπηρέτη – ἐλπίζοντας
Μά ταυτοχρόνως τρέμοντας
Τοῦ ἀφέντη τους μιά πιθανή ἀπώλεια.
Πιάνουν φιλία μέ ζῶα
Καί πόες κατοικίδιες. Κυλάει στίς φλέβες τους θερμό
Νερό τῶν σωληνώσεων. Ἔχουν καρδιά καί βρυχηθμό
Καυστήρα.

Ἐτοῦτα ξέρω σχετικά. Καί ἀρκέσανε
Νά ἐρωτευτῶ τά σπίτια ἕως θανάτου.
Ἕως τοῦ δικοῦ τους τοῦ θανάτου βέβαια.
Πού ἐνῶ γεμίζουν τρυφερότητα ὥς ἀπάνω, οὐδέποτε
Λυγίζουν ἤ ὀρρωδοῦν.
Μά ὅταν φτάσει ἡ ὥρα κι ὅταν χρειαστεῖ
Μέ κομπρεσέρ στόν κρόταφο κι ἐξ ἐπαφῆς
Σέ σκόνη κρότο κουρνιαχτό τελειώνουνε.
Ἤ ἀκέραια,
Σάν κυπαρίσσια πού ἔζησαν αἰῶνες μοναξιά
Καί ἄντεξαν,

Ἕνα τσεκούρι αἰφνίδιου σεισμοῦ
Θά τά τσακίσει.

 

ΘΑΝΑΣΗΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ

 

ΚΥΝΗΓΙ 

Αξημέρωτα κυνήγι του λαγού. Απόγευμα κυνήγι της πέρδικας, του τρυγονιού, του ορτυκιού. Πρωί-πρωί της πάπιας και της μπεκάτσας. Απομεσήμερο του συκοφάγου, του τσαλαπετεινού, της τσίχλας. Του αγριογούρουνου πρωί, στο καρτέρι. Μόνο των ανθρώπων το κυνήγι ολημερίς κι ολονυχτίς, χωρίς παύση, χωρίς έλεος, με κάθε όπλο και με κάθε μέσο, κάθε στιγμή και κάθε ώρα. Στον κόσμο των ωραρίων τους αυτό στερείται ωραρίου. Στο οργανωμένο σύμπαν των ανθρώπων το κυνήγι του ανθρώπου είναι δίχως κανόνες και νόμους, δίχως μετερίζι και μέτωπο. Στον εξημερωμένο και στον αξημέρωτο κόσμο το ίδιο και το αυτό. Το κυνήγι της αλεπούς και του λύκου και της αρκούδας ωχριούν εμπρός του. Το δικό του κυνήγι δεν έχει όρους και όρια. Λυμαίνεται κάθε χώρο και κάθε χρόνο. Κρέμονται σαν μαραμένα κοτσάνια τα κεφάλια τους. Και το αίμα στον λαιμό και στον κρόταφο καθώς σήπεται βγάζει την αποφορά του. Μυρωδιά του σάπιου δέρματος, μυρωδιά της καταχνιάς του αίματος παραδίδεται στον κόσμο τον οργανικό μέχρι τον μυελό του ανόργανου. 

                                 (ανέκδοτο)


Διαβάζω

Το βιβλίο του ΑΝΤΟΝΙΟ ΛΟΜΠΟ ΑΝΤΟΥΝΕΣ
Πάνω στα ποτάμια που κυλούν, Μετάφραση: Μαρία Παπαδήμα,Εκδόσεις Πόλις

Ένα βιβλίο ισάξιο του έργου του Προυστ. Αφού ο συγγραφέας από το κρεβάτι μιας βαριάς αρρώστιας καταφεύγει σε ένα είδος ροής της συνείδησης, που διακόπτεται είτε από φασματικές παρουσίες του παρελθόντος, είτε από πραγματικές των επισκεπτών του, που χαράσσουν την εσωτερική διαδρομή του άλλοτε αντηχώντας με αυτήν, άλλοτε δημιουργώντας μια μικρή εσωτερική βαβέλ από φωνές.

Αριστούργημα, τριακοσίων περίπου σελίδων, για τις οποίες η Μαρία Παπαδήμα έχει ματώσει στη μετάφραση αυτού του προσωπικού έπους, που συνδέει την εσωτερική φωνή με το παρελθόν, με τα πρόσωπα που το κατοικούν και με τους παρόντες συνομιλητές του.

Μάρτιος, 2020

ΛΕΙΑ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ-ΚΑΡΑΒΙΑ

 

Εδώ και χρόνια διδάσκω αμισθί στο Α' ΚΑΠΗ Νέας Σμύρνης: δυο γλώσσες (Αγγλικά, Ισπανικά), και λογοτεχνία 19ου-20ου αιώνα, ευρωπαϊκή μέχρι πέρσι, παγκόσμια από φέτος. Βρισκόμαστε στη Β. Αμερική, κι έλπιζα ότι θα φθάναμε στη Νότια, αλλά δεν πρόλαβα καν να παραδώσω το προγραμματισμένο τελευταίο πριν τον ιό "μάθημα", Περλ Μπακ (1892-1973), που θα περιλάμβανε, όπως για κάθε συγγραφέα, μετά τη γενική εργογραφία, ανάλυση ενός έργου από προσφερόμενο συμμετέχοντα. Όλα αυτά ματαιώθηκαν από την πανδημία, που απλώθηκε αιφνίδια, σταματώντας και τις πρόβες μας, για να παρουσιάσουμε στο μικρό "κοινό" του ΚΑΠΗ μας απόσπασμα από το νεανικό θεατρικό έργο "Ευγένιος" του Τάνκρεντ Ντορστ, που γεννήθηκε το 1925 και  δεν υπήρχαν θεατρικές σκηνές όρθιες στη Γερμανία όταν άρχισε να γράφει. Όπως άλλοι συνομήλικοι του λοιπόν, έγραφε για ενήλικες, σε "μικρές σκηνές", κουκλοθέατρου, τις μόνες που δεν είχαν γκρεμιστεί. Άρα τώρα; Αποτυχία η προσπάθειά μας; Δε νομίζω. Τηλεφωνιόμαστε, συντροφευόμαστε με κάθε δυνατό τρόπο, ακόμα κι αφήνοντας λίγο από το φαγητό που μαγειρέψαμε στους πιο έρημους, μια από τους οποίους είμαι κι εγώ, και δέχομαι με συγκίνηση τις φιλικές προσφορές τους. Αντί για κατήφεια και τρόμο, ζούμε με χαμόγελο κι ελπίδα για το αύριο, που θα έρθει αργά ή γρήγορα. Αναμφίβολα θα έρθει. 

 

ΕΛΕΝΑ ΧΟΥΖΟΥΡΗ


ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ
ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ [1987]


Κι έπειτα τα χρόνια άνοιξαν.
Βουβάθηκαν οι φωνές
Κι οι γλώσσες απαίτησαν
Σαν πέτρα και σαν σεισμό.
«Πολύ μεγάλη βουή» είπαν.
Μέχρι που οι ρωγμές εκκενώθηκαν,
οι βράχοι κύλησαν βαθιά,
στο μέσα κι ακόμη πέρα,
κι η πόλη βόγκηξε
σαν χάνομαι και σαν πάλι από την αρχή,
στα πέρατα,
ώσπου το φως κοκκίνησε ,
κι «εγένετο φως»,
κι έμαθες να περπατάς,
σαν τέτοιος και αληθινός,
στην Πόλη σου, την μία, την μεγάλη,
την μοναδική,
χωρίς πόλη, πολιορκία,
πολιορκώ και πολιορκούμαι.  
 

 ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΣ

 

Στο σπιτι των λεξεων

Περπατώ και ακούω τα βήματά μου, είπε, όταν τηλεφώνησε. Όχι, μα σπανίως περνά  όχημα, που ανήσυχο τρέχει να χαθεί. Πουλιά ακούγονται παντού. Άλλαξε ο τρόπος που γαβγίζουν τα σκυλιά. Τα φυτά μόνα τους ρυθμίζουν φως και υγρασία.

Τι συμβαίνει όταν είναι όλοι κλεισμένοι σπίτι χωρίς κανείς να μιλά; Πού κρύβονται οι λέξεις; Γίνονται πηγάδια τα στόματα όπου μέσα τους κατρακυλούν; Σκονίζονται σε σκοτεινά δωμάτια; Διαφεύγουν από δρόμους χωρίς πεζούς;

Απαγόρευση κυκλοφορίας. Ανά δύο. Σε απόσταση. Λέξεις μόνες. Πολύ απλές. Απολύτως γνωστές. Εντελώς ακατάληπτες. Πριν. Μείνουν. Μόνη. Κάθε. Μία.

Νιώθουν μοναξιά οι λέξεις; Υπάρχουν λέξεις άστεγες ή ορφανές που δεν έχουν σπίτι; Πώς ζουν χωρίς να τις τρέφουν τα χείλη; Ποιο ίδρυμα, ποιο λεξικό θα τις στεγάσει; Πώς θα αντέξουν αν κανείς δεν τις εκστομίζει;

Χειρότερα ακόμη για λέξεις ξένες, που όλοι λένε παριστάνοντας ότι δεν τις χρησιμοποιούν. Λέξεις τις οποίες με περιφρόνηση περιγράφουν με άλλες λέξεις που θεωρούν δικές τους.

Ξένη λέξη το σπίτι από οσπίτιο και ξενώνα λατινικό. Και – ησυχία – hospital: καταφύγιο για όσους έχουν ανάγκη και χώρος φιλοξενίας ασθενών.

Λέξεις συσπειρωμένες σε συμπτωματικές οικογένειες, που προτιμούν την ατιμία της παρετυμολογίας από το να βρεθούν σε κάδους ερωτημάτων και απορριμμάτων. Με την κατάρρευση της οικονομίας του λόγου, απειλείται εμφύλιος στην κοινωνία των λέξεων. Εξαϋλώνονται οι μορφές του λόγου.

 

Μικροβιωματα

Ποτέ δεν κάναμε μεγάλη ζωή. Για εμάς μικρή υπήρξε πάντοτε. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν είχαμε τις χαρές ή τις λύπες μας. Μικροβιώματα για τα οποία θα μπορούσαν να γραφούν ολόκληρες ιστορίες. Μικρές για να αντιστοιχούν σε μικρές εμπειρίες. Ή έστω στη μικρότητα που μας έδειξαν όσοι τις γράφουν και τις διαβάζουν. 

Είναι αλήθεια ότι υπήρξαν και υπάρχουν κακοί ανάμεσά μας. Αλλά σε ποιο χώρο δεν υπάρχουν; Δεν υπάρχουν κακοί συγγραφείς, άθλιοι κριτικοί, χειρότεροι αναγνώστες;

Είναι αυτός λόγος; Μιλώ εκ μέρους των συναδέλφων. Είναι αυτό δικαιολογία για να μας βάζουν όλους στο στόχαστρο; Γιατί, μια ζωή μας καταδίωξαν χωρίς έλεος. Ακόμη και αν τα πράγματα έχουν κάπως βελτιωθεί τελευταία.

Έχουμε υποστεί τα μαρτύρια του νερού, καυτού και παγωμένου, τη δοκιμασία της φωτιάς, του χώματος και του αέρα, στρατιές ολόκληρες όσων βάζουν να μας κυνηγούν, χωρίς να λυγίσουμε. Γιατί, όπου και αν πάμε επιβιώνουμε. Σε κλίμα τροπικό ή πολικό, σε άπλετο φως ή στο διαρκές σκοτάδι.

Ας έχουν δυσκολίες κάποιοι από εμάς να εξασφαλίσουν την τροφή τους. Ας έχουν δυσκολίες κάποιοι από εμάς να αναστήσουν απογόνους. Ας έχουμε τις δυσκολίες συμβίωσης που κανείς δεν αποφεύγει στη ζωή.

Και τι να πω που τόσα χρόνια ζήσαμε καταδικασμένοι σε μια αόρατη ύπαρξη; Επειδή δεν ήθελαν ή δεν μπορούσαν να μας δουν. Πέρασαν αιώνες για όσους δεν βλέπουν ούτε τον εαυτό τους. Ας φαίνονται λιγότερα τα χρόνια για εμάς που η φύτρα μας πάει μακριά. Τώρα γνέφουμε σε εκείνους που μας κοιτάζουν με μικροσκοπικά γυαλιά.

Δεν μπορώ να πω πως δεν περάσαμε καλά. Ταξιδέψαμε παντού, σχεδόν με κάθε μέσο. Μπήκαμε σε κάθε σπίτι. Σε χώρους κλειστούς και εντελώς ιδιωτικές στιγμές. Όπου υπήρχε ζωή, δώσαμε το παρών. Χωρίς να φαινόμαστε.

Δεν χρειάζεται όμως να τα θυμάμαι. Δεν χρειάζονται συγκινήσεις σε μικρόβια.                                                          

[από τη συλλογική έκδοση της Εταιρείας Συγγραφέων «Μικροκύματα»] 
 

ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΦΩΣ ΕΝΟΣ ΒΙΒΛΙΟΥ

Κάθε βράδυ το σκοτάδι διακόπτει ένα φως στο βουνό, απέναντι από τον εγκαταλελειμμένο ορεινό οικισμό, όπου μόνος του ζει ένας άνθρωπος, ενώ γύρω του η φύση οργιάζει. Αν φτάσει εκεί, μήπως τον περιμένει ένα παιδί; Ο Αντόνιο Μορέσκο, που έγραψε «Το φωτάκι», ζει στο Μιλάνο.

 

 

Επιστροφή
Εταιρεία Συγγραφέων: Στο σπίτι των λέξεων
ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ : Σαράκης, Σιδηρά, Σιώτης, Σκιαδαρέση, Σκιαθάς, Σουέρεφ, Σταυροπούλου
© Copyright 2015 Εταιρεία Συγγραφέων - Κοδριγκτώνος 8. 11257 Αθήνα. Τηλ.: 210.8231890, Fax: 210.8232543