ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ: Ιωαννίδης Κ., Καβανόζης, Καπερνάρος, Καραγεωργίου, Καραγιάννης Β.Π., Καρατζάς,

ΚΛΕΙΤΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

 

Ένα άγιο σαλιγκάρι

Ένα ταπεινό και πολύ εύθραυστο σαλιγκάρι, γι’ αυτό και άγιο, κίνησε θαρραλέα βγαίνοντας έξω από τη χύτρα όπου ήταν στοιβαγμένο με χιλιάδες άλλα σαλιγκάρια του είδους του.

Με ανοιγμένες τις κεραίες του και σε υπερένταση προχώρησε για ένα ατελείωτο μονόδρομο, πολύ μακρινό, μακριά από την πατρίδα και φρικτά δαπανηρό. Ίδρωνε, ξεΐδρωνε, αγωνιούσε, υπέφερε στη ζέστη και στο κρύο, πεινούσε και όμως ήταν αδηφάγο για γνώση και περιπέτεια, για μεταβολή και αεικινησία. Ήταν ανθρώπινο σαλιγκάρι, με οξύτητα στις κεραίες – ραντάρ του και προπαντός ανήσυχο και αγωνιώδες για ένα ανύπαρκτο τέλος.

Αγαπημένο μου σαλιγκαράκι, που πας με τέτοιο καιρό; Κινδυνεύεις. Άκουσε. Γνωρίζω, έχεις πείσμα, ευαίσθητο μου πλάσμα, βαθειά τραυματισμένο και πληγωμένο.

Δεν θέλεις τα βέβαια και τα έτοιμα. Κι όμως ελλοχεύουν κίνδυνοι. Το εγχείρημά σου, ισοδυναμεί με Ηράκλειο άθλο, με Τρωϊκό πόλεμο, με αληθινή Ιλιάδα αλλά και, αδιάλειπτη Οδύσσεια. Έχεις εσύ, σαλιγκάρι μου, τα όπλα για τέτοιους πολέμους; Έχεις εσύ τα μέσα να νικήσεις τόσους εχθρούς; Γιατί δεν κάθεσαι στ’ αυγά σου να σιγοβράζεις στο ζουμί των συντρόφων σου και το δικό σου;

Κι όμως ακατάβλητο συνεχίζεις, ατρόμητα και άφοβα, το επώδυνο σου ταξίδι. Ζητάς την Ιθάκη σου, ζητάς την Πηνελόπη σου.
 


το τελευταίο μου διάβασμα:

ΚΏΣΤΑ ΓΑΒΡΆ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

Στο μοναδικό αυτό βιβλίο του μεγάλου σκηνοθέτη Κώστα Γαβρά ο αναγνώστης συναντά τον Έλληνα επαναστάτη κινηματογραφικό δημιουργό. Βλέπει όλη την ριζοσπαστική διαδρομή του: Εμφύλιος στην Ελλάδα, Μάης του 1968 στο Παρίσι, κατάσταση στην Χιλή και Λατινική Αμερική, Ανατολική Ευρώπη, ΗΠΑ, Παλαιστινιακό και άλλες εκρηκτικές περιοχές της γης μέχρι τα τελευταία 60 χρόνια και η Ελλάδα του Αλέξη Τσίπρα και του Eurogroup. Παρελαύνουν οι συνθήκες, τα πρόσωπα και οι αστέρες του κινηματογράφου που συνδέθηκαν με την μεγάλη καταγγελία του Κακού όπως τα συνέλαβε ο Κώστας Γαβράς. ΖΗΤΑ,  ΟΜΟΛΟΓΙΑ, ΚΑΤΆΣΤΑΣΗ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ, ΕΝΗΛΙΚΟΙ ΣΤΗΝ ΑΊΘΟΥΣΑ  κ.ά.

 

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΒΑΝΟΖΗΣ

 

Η τελευταία φορά
 

Η Μαυρίκα ήταν ένα φεγγάρι ο σκύλος μας. Ο πρώτος κι ο τελευταίος, άλλον δεν περιμαζέψαμε ύστερα.

Έξω στην αυλή τον ταΐζαμε, του ’φτιαξε και φωλιά ο πατέρας μου άμα γκαστρώθηκε, με κάτι κουρέλια τον βόλεψε και χαρτόκουτα να γεννήσει κάτω απ' τη σκάλα. Να κάνει τα κουτάβια του.

Έπιασε στα καλά καθούμενα η Μαυρίκα να πνίγει κότες απ' τη γειτόνισσα. Και να μας τις κουβαλάει –πεσκέσι–, μια, δυο, τρεις, την έσπασε στο ξύλο ο πατέρας μου, δεν το ’κοβε. Με το ματσούκι, αλυχτούσε μονάχα η γκαστρωμένη και λούφαζε παρακεί.

Μ’ έστειλε μια μέρα κι έφερα ένα τσουβάλι ο πατέρας μου. Κουτάβια από μέσα της πόσα να ’βγαζε, την καραμπίνα την έφερε αυτός.

Έσταζε μετά στο κουβάλημα πάνω στα πόδια του πατέρα μου το τσουβάλι.

                                                                                                                Απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Το χαρτόκουτο» (Πατάκης 2015)
 


Διαβάζω ακόμη μια φορά

Σελίν, Ταξίδι στην άκρη της νύχτας 

Τώρα, βεβαιώθηκα έμπρακτα για το ατομικό μου τίποτα, ομολογεί κυνικά ο Σελίν. Το βιβλίο το πρωτοδιάβασα σε εποχές που έπρεπε να αναμετρηθώ με το ανάστημά μου. Τώρα, που φαίνεται ότι κανείς δεν θα επιστρέψει αλώβητος από την «άκρη της νύχτας», το ξαναπιάνω από την αρχή.

(Μάρτιος, 2020)

 

ΤΑΣΟΣ ΚΑΠΕΡΝΑΡΟΣ


 

Νίπτοντας τας χείρας μου

Ι
Το αριστερό μου χέρι
που δεν έγραψε αράδα στη ζωή του
τρελάθηκε
κι έβαλε στα γεράματα δαχτυλίδια και βραχιόλια.
Τα δαχτυλίδια μάλιστα, όλα παλιές
σφραγίδες επισκόπων.
Χέρι αγράμματο κι ανάξιο
ικανό μόνο από μακριά να χαιρετά.
Χέρι που αν πνιγόμουν,
σαν ξένο χέρι bourgeois παρατυχόντος
θα ενδιαφερόταν μόνο μη βραχεί.
Χέρι για μεγαλεία διψασμένο
χέρι τρελό δεσποτικό...

ΙΙ 
Ένας ακάματος εργάτης το δεξί μου χέρι
που ποτέ δε χάνει το δρόμο.
Νυχθημερόν,
χάδια, ραπίσματα και χειραψίες ανταλλάσει. 
Νυχθημερόν,
κι ας είναι εγγράμματο, δούλος πιστός.
Μονάχα στίχους θα 'θελε να γράφει
κι όμως εκ γενετής δικές του έχει
τις λογής χοντροδουλειές.
Πότε βαστάζος για τα ψώνια,
ή προσκεφάλι τρυφερό
κι άλλοτε πάλι ιππότης άγριος, τραμπούκος, πελταστής.
Από κοσμήματα μεσάνυχτα
Το βαρυκόκαλο δεξί μου χέρι.
Πρόθυμο πάντοτε ωστόσο
για μένα να ριχτεί και στα σκυλιά.

Από την ποιητική συλλογή: Οσημέραι, Κέδρος, 1997

 


Διαβάζω:

Νόρμαν Κον : "Αγώνες για την έλευση της χιλιετούς βασιλείας του Θεού : επαναστάτες χιλιαστές και μυστικιστές αναρχικοί του Μεσαίωνα".
Γιατί σε λίγο πάλι θα γεμίσουν τις πλατείες οι Μεσσίες...

 

ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ



Ο ΛΟΙΜΟΣ ΚΑΙ Η ΜΥΡΙΝΑ


Λοι]μῷ θανούσης εἰμὶ [σῆμα] Μυρίνης
Χαραγμένο στην πέτρα, 
το αρχαίο μονόστιχο επίγραμμα,
Λοι]μῷ θανούσης εἰμὶ [σῆμα] Μυρίνης
(Της Μυρίνης που πέθανε απ᾿ τον λοιμό είμ᾿ ο τάφος).

Να θαυμάσουμε αξίζει την τέχνη της ποίησης,
πώς το ίδιο το μνήμα αποσπά απ᾿ τη λήθη το ελάχιστο
—της νεκρής μόνο τ᾿ όνομα και
 την  αιτία θανάτου—,
πώς το εἰμὶ ανασταίνει  τη Μύρινα,
πώς χαρίζει μιαν ύπαρξη νέα
  σ᾿έναν ίαμβο αρχαίο  κλεισμένη.

Ίσως έτσι ακουσθεί και η άλλη
—η υπόγεια του στίχου φωνή—:
«Την απαίσια λέξη λοιμός, μην προσέχετε άλλο»
»Να θυμάσθε μονάχα», μας λέει,
»την ευώδη ομορφιά της Μυρίνης».
 

 

Β.Π. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

 

Ασκήσεις επί χάρτου κι επί άρτου

 

                                                                 Τω καιρώ εκείνω 430 π.Χ., β’ έτος Πελοποννησιακού πολέμου

“…η νόσος εισήγαγε προσέτι και άλλας χειροτέρας μορφάς ανομίας εις την πόλιν. Διότι πολλοί, οι οποίοι προηγουμένως απέκρυπταν την επίδοσίν των εις αθεμίτους ηδονάς, παρεδίδοντο ήδη εις αυτάς χωρίς καμμίαν επιφύλαξιν, καθόσον έβλεπαν πόσον αιφνίδια ήτο η μετάπτωσις, αφ' ενός μεν των πλουσίων, οι οποίοι εξαίφνης απέθνησκαν, αφ' ετέρου δε των τέως εντελώς απόρων, οι οποίοι εις μίαν στιγμήν υπεισήρχοντο εις τας περιουσίας εκείνων. Ως εκ τούτου, απεφάσιζαν να χαρούν την ζωήν των όσον ημπορούσαν ταχύτερον, επιδιδόμενοι εις τας απολαύσεις, διότι εθεώρουν και την ζωήν και τον πλούτον εξ ίσου εφήμερα…” (Θουκυδίδης μτφρ. Ελ. Βενιζέλος).

Τω καιρώ τω άλλω, 1995 Μαϊου 13, αγίας Γλυκερίας, Κοζάνη του σεισμικού διαταραγμού όταν 6,6 έγραψε το κοντέρ. Ταράχτηκαν τα πάντα. Εορτή της Σκηνοπηγίας στις ανοιχτωσιές ξεκινούσε κι οι άνθρωποι της υπαίθρου Λευκοπηγής, μόλις υποχώρησε ο πρώτος ψυχικός διατρανταγμός[u1]  και τα ρίχτερ έγραψαν 5 μπροστά, έκοψαν τα χαλινάρια (ήγουν «απόλκαν τον άλτσο») κάθε αυτοσυγκράτησης. Ο,τι προλάβουμε στο ΤΩΡΑ ως εκ τούτου TORA TORA είπαν ένδον και έκδον οι άνθρωποι της κοινότητας. Αφέθηκαν, χύθηκαν όπως χύνεται το γάλα που δε μαζεύεται πλέον, στις νταβέρνες, τα καφέ κάτω από τον πλάτανο, δίπλα από τον μορμυρίζοντα λάκκο γλυκού νερού και σουβλάκια, μπιφτέκια, μπριζόλες, πατάτες, σαλάτες, μπύρες άσωτες, ρετσίνες, τσίπουρα, ούζα άμετρα, αναψυκτικά για τα γυναικόδερμα όντα τα μικρά μετά μεγάλων, τέθηκαν επί ημερήσιας νυχτερινής τραπέζης. Ετρωγαν, έπιναν στο τώρα για το τώρα και μόνον. Πανηγύρι μεν ομού κι ο φόβος να το έχει στρώσει μια πέτσα υποσημείωση σ’ όλα τα σώματα. «Οίστρος ζωής» ο φόβος του σεισμού. Σχολνούσαν μεσάνυχτα με το λάλημα του γκιώνη αυτόν που άκουγα λίαν μικρός, καλοκαίρι του ‘65 – ‘66 να γκιωνίζει σιωπητήριο, ενώ από το καφενείο της αριστερής όχθης  ακουγόταν το πώς ένας… «κήπος έμπαινε στη θάλασσα». Τι ήταν αυτό, πως ήταν δυνατόν, τι ήταν και τι δεν ήταν θάλασσα, εν τέλει.

Τω καιρώ τω τώρα ήγουν μιαν «Ανοιξη πικρή και μαραζιάρικη…», «Ο καθείς και τα όπλα του» τα λιανοντούφεκά του δηλαδή, στη μικρή οικιακή του Κιβωτό εγκλωβισμένος, ότι είπεν  Κύριος: «εγώ δε ιδού επάγω τον κορωνοπιόν επί την γην…» κι αλίμονο στους αφύλαχτους, απείθαρχους, ατίθασους. Διάβασμα, μουσική, γράψιμο (τι;), ταινίες, διαδίκτυο, τηλέφωνα, τηλεόραση, ραδιόφωνο («Δος μου το ρίγος το παλιό δίχως καμώματα») σκέψεις, περισκέψεις, διασκέψεις, ασφυξία, ηρεμία, νεύρα, αδιέξοδα ονειροπόληση ναι, γιατί όχι, αχ κανονικό και βαχ ακανόνιστο, λέξεις, λέξεις λόγια δηλ. τρίψεις, προστρίψεις, συνθλίψεις σωμάτων κ.λπ.

Αρα:

Ανακατεύω αδιάβαστα βιβλία
Όπως χαρτιά της τράπουλας
«20 χρόνια παίζοντας αντί χαρτιά βιβλία»
Τι λέω, βάλε 2 φορές και μια σχεδόν ακόμη
Όλα ζητούν αν όχι  μιαν εφ’ όλης
άφεση στο κορμί τους
τουλάχιστον ένα άγγιγμα, ένα βλέμμα μιαν ανάσα.
Μια λέξη τρυφερότητας
κόντρα στις λέξεις της αιωνιότητας…

 

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ

 


Ο ποιητής

Τη μια στερεώνει στα νερά το φως,
την άλλη μοιράζει δρόμους στα πουλιά
κι άλλοτε δίνει στις εποχές δικαιοσύνη.
Τέτοια θαύματα κάνει σε ώρες κοινής αγωνίας
αυτός που προσεύχεται στις λέξεις

(«Ταξίδια εσωτερικού», εκδ. ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, 2009)


Ορθογραφία νοήματος

Ρωτάς αν η ζωή γράφεται ακόμη με ωμέγα.
Εγώ θα σου απαντήσω!
Με ωμέγα θα γράφεται πάντοτε
κι ας έχει για κατάληξή της ήττα.
Εξάλλου, τα μακρά φωνήεντα σαν αγκαλιές
κρατάνε για πολύ τα κερδισμένα και τα χαμένα.
Πρόσεχε λοιπόν την ορθογραφία της ζωής
γιατί το λάθος δεν χαλάει μόνο τη λέξη,
μαραίνει και το νόημά της.

(«Ταξίδια εσωτερικού», εκδ. ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, 2009)

ΑΙΩΝΕΣ ΤΩΡΑ ζητάω του Θεού να μου δώσει δικαίωμα φωτός, να μπορώ δηλαδή άφοβα να πηγαινοέρχομαι στις ηλικίες των ανθέων. Έχει λόγους να με κρατάει σε αβεβαιότητα, λέει. Και επιμένει ότι χρειάζομαι ακόμη να λογαριάζω τις ομορφιές με ενοχές, για να ελευθερωθώ κάποτε από την ιδέα της αθανασίας και να πιστέψω στη δύναμη της προσωρινότητάς μου.
Γυρίζω λοιπόν τον κόσμο κι όπου βρω δάκρυ, εκεί ραγίζω για να περάσει μέσα μου η ευωδία του πάθους. Έχω ήδη πειστεί για την αξία του ελάχιστου. Άλλωστε, το ελάχιστο -σπόρος, σπέρμα, σταγόνα, λέξη- παράγει το μέγιστο, ζωή και θάνατο.

(«Χωρίς εδώ», εκδ. Το Δόντι, Πάτρα, 2011)
 


Διαβάζω

Από τα διαβάσματά μου ξεχωρίζω το ιστορικό μυθιστόρημα του Νίκου Ψιλάκη «Κι οι θάλασσες σωπαίνουν» (εκδ. ΚΑΡΜΑΝΩΡ, 2018).
Σ’ ένα συναρπαστικό παιχνίδι λογικής και συναισθήματος, σιωπής και μοναξιάς, πρωταγωνιστεί η μνήμη (όχι η ανάμνηση), που οδηγεί
στη γνώση και στην αλήθεια για το τι κρύβουν οι θάλασσες μέσα τους: ιστορίες ανθρώπων από καιρούς διωγμών και προσφυγιάς.

Ωστόσο, χαίρομαι να διαβάζω τις ποιητικές συλλογές που λαβαίνω και απαντώ πάντα στους δημιουργούς τους με επιστολές, κάποτε τηλεφωνικά.
Συμμερίζομαι την επιθυμία να διαβάζονται τα ποιήματά του με περιέργεια αγάπης. Περιορίζομαι σε δύο περιπτώσεις.

Ο Βασίλης Λαδάς στη συλλογή του «Λεύκωμα» (εκδ. ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, 2020) αντλεί υλικό από την «άγνωστη χώρα της παιδικής μας ηλικίας».
Με τη δύναμη της μεταφοράς και της αντίθεσης και τη σοφή απλότητα του μύθου, αντιμετωπίζει τον έρωτα, τον χάρο, τους πρόσφυγες και την κάθε είδους εξουσία.

Η Μαρία Κοσσυφίδου στην ποιητική της σύνθεση «Η φασκιά» (εκδ. ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ, 2019) ανιχνεύει διλήμματα και δεσμεύσεις
γύρω από τη φύση και τις σχέσεις της γυναίκας. Και τονίζει τη διαφορά του «γίνομαι» («ορίζω τι θέλω να δίνω και πώς θέλω ν’ αγαπώ») από το «είμαι»
(«συμμορφώνομαι με ό,τι ορίζουν οι άλλοι για μένα»).

Επιστροφή
ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ: Γώτης, Δανιήλ, Δαράκη, Δρακονταειδής, Ηλιοπούλου-Ζαχαροπούλου,Θεοχάρης
Εταιρεία Συγγραφέων: Στο σπίτι των λέξεων
© Copyright 2015 Εταιρεία Συγγραφέων - Κοδριγκτώνος 8. 11257 Αθήνα. Τηλ.: 210.8231890, Fax: 210.8232543