ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ

ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ


Η Εταιρεία Συγγραφέων στεγάζεται σε ιστορικό διαμέρισμα στην οδό Κοδριγκτώνος 8, στο σπίτι δηλαδή της Διδώς Σωτηρίου και του ανιψιού της Νίκου Μπελογιάννη, που το δώρισαν στο Υπουργείο Πολιτισμού με την προϋπόθεση να εδρεύει εκεί η Εταιρεία. Αυτό θυμίζει ο Νίκος Μπελογιάννης σε συνέντευξή του στο περιοδικό Το Δέντρο, αποσπάσματα από την οποία αναδημοσιεύονται. Αναδημοσιεύονται επίσης ένα ποίημα της Διδώς Σωτηρίου και ανάμνησή της από το καλοκαίρι του 1989, από υλικό τώρα στη συλλογή του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου, που βρέθηκε σε κιβώτια, πατάρια ή ακόμη και μέσα σε τοίχους στο διαμέρισμα στην Κοδριγκτώνος ή σε άλλους τόπους διαμονής. Τα κείμενα αυτά της περιόδου 1988-1994 περιλαμβάνονται στο βιβλίο Ανασκαφές, που κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο 2018 από τις εκδόσεις Κέδρος, με πρόλογο του Νίκου Μπελογιάννη.

 

Διδώ Σωτηρίου

 

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ ΜΟΥ

 

Λες να κατάφερα να κερδίσω την προσοχή σου;

Να σε ξεκούρασα τάχα κάποιες στιγμές;

Να σου ξύπνησα όσα μέσα σου ήταν κρυμμένα;

Χαρές, μνήμες, όνειρα αναξιοποίητα, προσδοκίες;

Πεθυμιές ανομολόγητες;

Εμπειρίες σκληρές;

Ν’ ανάδεψα, λες, τον κρυμμένο εαυτό σου

που δεν τον είχες υποψιαστεί;

Να σου έδωσα έστω λίγη ευφορία,

ένα κάτι δικό σου

που δεν το είχες συνειδητοποιήσει;

Κάποιες δόσεις αλήθειας για το χθες, το σήμερα,

το αύριο;

Συγχώρεσέ με που σε ρωτώ.

Δεν είναι από περιέργεια,

ούτε από αλαζονεία.

Είναι που νυχτώνει

και φτάνει όπου να ’ναι το σκοτάδι.

Θα ’θελα να ξέρω,

πριν χαθώ στο απόλυτο σκοτάδι της ανυπαρξίας,

να μάθω κι εγώ αν υπήρξα.

 

Ανασκαφές

Βασιλικά. Καλοκαίρι του ’89, Ιούλιος, κάτω από τα σκιερά πλατάνια. Ο συγγραφέας σκάβει μέσα του ν’ ανακαλύψει κρυμμένους θησαυρούς από το παρελθόν, μαρτυρίες ατομικές, ιστορικές, κάποιων άλλων εποχών, συνέχειες μιας ιστορίας, αγάλματα που μιλούν, σκελετούς που αποκτούν ξανά τη σάρκα και τα μάτια τους, το νου και τη λαλιά τους... Τώρα που και η δική μου πορεία ανάμεσα στους ζωντανούς βαδίζει προς το τέλος... να προλάβω να πω κάτι.

Δεκατέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο της Διδώς Σωτηρίου κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κέδρος το βιβλίο με τίτλο Ανασκαφές. Γράφει ο Νίκος Μπελογιάννης στον πρόλογό του:

«Αυτό το βιβλίο προέκυψε από σημειώσεις της Διδώς στην περίοδο 1988-1994, τις οποίες σκόπευε κάποτε να επεξεργαστεί, ελπίζοντας πάντα ότι τα γηρατειά δεν θα την πρόδιναν. Ένα πρόβλημα λοιπόν ήταν η διατήρηση της χρονικής σειράς των κειμένων, στον βαθμό του δυνατού. Ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα ήταν ότι επρόκειτο, όπως προαναφέραμε, για σημειώσεις, εξαιρετικά δυσανάγνωστες και με συνεχείς παραπομπές. Σε πολλές περιπτώσεις υπήρχαν διπλο- και τριπλο-γραφές και ήταν αδύνατον να εντοπιστεί η πιο πρόσφατη. Έτσι «συγχωνεύθηκαν», κρατώντας όλα τα νοήματα. Διατηρήθηκαν σε χωριστές ενότητες σκόρπιες μικρές αναξιοποίητες σκέψεις, που πολλές ήταν γραμμένες σε απίθανα σημεία. Οι άλλες ενότητες, με τίτλους βγαλμένους από εμάς, αλλά παρμένους από τα κείμενα, προέκυπταν μέσα από το υλικό:

• Παιδική και νεανική ηλικία. Στο Οι νεκροί περιμένουν η Διδώ είχε πολλά στοιχεία από την παιδική της ηλικία, αλλά ποτέ δεν είχαμε γραπτό σε πρώτο πρόσωπο για την οικογένεια, το Αϊδίνι, τη Σμύρνη, τους ανθρώπους και τα πράγματα που έστρεψαν τη ζωή της προς το γράψιμο.

• Ένατη δεκαετία. Μετά τα ογδόντα, είναι λίγο εφιαλτική η λεπτομερής καταγραφή της βαθμιαίας απώλειας του πνεύματος από έναν κατ’ εξοχήν πνευματικό άνθρωπο.

• Μικρά ποιήματα. Η Διδώ ήταν καθαρόαιμη πεζογράφος, γι’ αυτό, ακόμη και όταν ήθελε να εκφραστεί πολύ περιεκτικά με ποίηση, το προϊόν ήταν κάτι μεταξύ πεζού και ποιήματος. Όπως προκύπτει από τις σημειώσεις της, τα έγραφε για να εκφράσει κάποια συναισθήματα της στιγμής και μετά τα άφηνε στην τύχη τους.»

 

«Διαπίστωσαν την έλλειψη μιας αριστερής ιστορίας της ελληνικής λογοτεχνίας»

του Νίκου Μπελογιάννη

Στην πολύ εμπεριστατωμένη εισαγωγή της Χριστίνας Ντουνιά  στο βιβλίο του πατέρα μου Νίκου Μπελογιάννη (που εκτελέστηκε στις 30 Μαρτίου του 1952) Σχέδιο για μια ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας – Πρώτες μακρινές ρίζες –Προσχέδια-Σημειώσεις (Άγρα, 2009) αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής; «Η ιδέα ότι ένας άνθρωπος που αντιμετωπίζει την καταδίκη σε θάνατο και την επικείμενη εκτέλεση της ποινής συλλαμβάνει και αρχίζει να υλοποιεί ένα μακρόπνοο ερευνητικό και δημιουργικό πρόγραμμα-τη σύνθεση μιας ιστορίας της ελληνικής- σκέψης μας φαίνεται σήμερα αδιανόητη. Όλα του λείπουν. Πριν απ’ όλα ο χρόνος, ο οποίος στην περίπτωσή του μετριέται σε μήνες. Έπειτα το υλικό. Το εγχείρημά του απαιτεί πολύχρονη έρευνα και μελέτη σε δημόσιες και ιδιωτικές βιβλιοθήκες. Τέλος το πλαίσιο δημόσιου διαλόγου και σχολιασμού που θα συνέβαλε στην ψύχραιμη στάθμιση των δεδομένων και στην ώριμη διατύπωση κρίσεων και συμπερασμάτων. (…) Παρά το γενικότερο ενδιαφέρον του Μπελογιάννη για το έργο όχι μόνο της λογοτεχνίας αλλά και των άλλων μορφών λόγου (…) γράφει μια Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Είναι η πρώτη φορά που επιχειρείται κάτι τέτοιο από έναν διανοούμενο της Αριστεράς με σημαντική θέση μάλιστα στον κομματικό μηχανισμό (…)» 

Αυτό το σχέδιο προέκυψε από την αλληλογραφία της μητέρας μου Έλλης Παππά μαζί του μέσα στην Ασφάλεια: « Βγήκε κάποια στιγμή η ιδέα πως λείπει μια ιστορία της ελληνικής σκέψης, στην διαδρομή της από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας. Αλλά, όπως σημειώνει η Χριστίνα Ντουνιά, τελικά γράφτηκε ένα σχέδιο για την ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, μέσα από μαρξιστική σκοπιά. « Ο Μπελογιάννης συμμερίζεται την αντίληψη – που διαμορφώθηκε κυρίως στον μεσοπόλεμο και διατηρήθηκε σε μεγάλο βαθμό και στα μεταπολεμικά χρόνια- ότι ο μαρξισμός είναι ένα θεωρητικό και μεθοδολογικό εργαλείο που εφαρμόζεται με επάρκεια σε όλα τα πεδία του επιστητού, αναδεικνύει την αλήθεια και απελευθερώνει το λαό από τη λαβή της σκοταδιστικής και αντιδραστικής ιδεολογίας (…) Ξεκινά από τους ύστερους χρόνους του Βυζαντίου γιατί αναζητεί τις απαρχές μιας ιστορίας που θέλει να παρακολουθήσει την εξέλιξή της, τις κρίσιμες καμπές, τις περιόδους που την τέμνουν και τις δυνάμεις που συγκρούονται κάθε φορά. Το νήμα που ακολουθεί είναι η ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, αλλά το αντικείμενο της έρευνας είναι η συνάρθρωση λαού, γλώσσας και λογοτεχνίας που συστήνει την εθνική κοινότητα, που συγκροτεί την ιδιαίτερη ταυτότητα και τη συνείδηση του νεοελληνικού έθνους. Για τον Μπελογιάννη που εδώ ακολουθεί μια παράδοση που κατάγεται  από τον ρομαντισμό και τον 19ο αιώνα, η ιστορία της λογοτεχνίας δεν είναι η ιστορία μιας από τις καλές τέχνες , αλλά η συγκρότηση ενός έθνους και το σημαντικότερο μέσο για για τη δημιουργία εθνικής και πολιτικής  συνείδησης (…)»

Αυτό είναι, σε γενικές γραμμές, το πλαίσιο στο οποίο κινήθηκε ο πατέρας μου, ο οποίος διάβαζε από μικρός εξαντλητικά λογοτεχνία και διέθετε τεράστια μνήμη. Είχε παρακολουθήσει νομικά, που δεν μπόρεσε να τελειώσει γιατί βγήκε στο βουνό. Με την μητέρα μου, την Έλλη Παππά, γνωρίστηκαν  σε παράνομο ραντεβού τον Ιούνιο του ’50, στην Κυψέλη, μια μέρα με πολύ καύσωνα. Τα ενδιαφέροντά τους δεν ήσαν περιορισμένα, γι’ αυτό διαπίστωσαν την έλλειψη μιας αριστερής ιστορίας της ελληνικής λογοτεχνίας. Η μητέρα μου είχε φοιτήσει στη Φιλοσοφική σχολή. Όταν την συνέλαβαν χρωστούσε στο πτυχίο τρία ή τέσσερα μαθήματα, στα οποία το 1965, μετά την επανάκτηση των πολιτικών της δικαιωμάτων (είχε επιστρέψει από την εξορία το 1963), θέλησε να εξεταστεί, αλλά δεν τα κατάφερε γιατί δούλευε εξαντλητικά ως δημοσιογράφος στην Δημοκρατική Αλλαγή.

Ο πατέρας μου  δεν είχε μεγάλες δυνατότητες μελέτης, όπως προαναφέρθηκε, στην απομόνωση. Του έφερναν, βέβαια, εκεί κάποια βιβλία. Τα ξενόγλωσσα απαγορεύονταν. Θα μπορούσε να διαβάσει αγγλικά, γιατί γνώριζε τη γλώσσα.. Αλλά και ο αριθμός των ελληνικών ήταν περιορισμένος, Γιατί πόσα μπορούσαν να του βρουν οι δικοί του το 1952; Όμως ένα άλλο πρόβλημα ήταν το εξής; πώς θα έβγαζε έξω τα γραπτά του. Αυτό το έκανε κρυφά ο συγκατηγορούμενός του στην πρώτη δίκη του Στάθης Δρομάζος, ο μετέπειτα κριτικός και μελετητής του θεάτρου. Φυγάδευσε το κείμενο και ένα τετράδιο με σημειώσεις. Η μητέρα του πατέρα μου εξέδωσε ιδιωτικά το κείμενο, το ’53, με τίτλο Οι πρώτες μακρυνές ρίζες της νεοελληνικής λογοτεχνίας με το ψευδώνυμο Κουλουριώτης, δανεισμένο από τον δικηγόρο του πατέρα μου, που καταγόταν από την Σαλαμίνα. Το βιβλίο δεν κυκλοφόρησε ευρέως, μόνο μεταξύ φίλων, η γιαγιά μου το έβγαλε ως χρέος απέναντι στον πατέρα μου. Έχω κρατήσει 6-7 αντίτυπα.

Γεννήθηκα όταν η μητέρα μου ήταν στις φυλακές του Πειραιά, στην οδό Κάστορος, δίπλα τον σημερινό σταθμό του προαστιακού. Ως γνωστόν η μητέρα μου λόγω της εγκυμοσύνης της δεν εκτελέστηκε. Έμεινα μαζί της μέχρι τριών χρόνων. Το μόνο που θυμάμαι ήταν το σφύριγμα του τρένου της γραμμής Πελοποννήσου, που περνούσε. Τρόμαζα. Αργότερα έμαθα ότι κάποιοι μηχανοδηγοί σφύριζαν για να χαιρετήσουν τις πολιτικές κρατούμενες. Μετά με ανέλαβε η αδελφή της μητέρας μου, η Διδώ Σωτηρίου, η οποία με πήγαινε να τη δω στις φυλακές Αβέρωφ , όπου είχε μεταφερθεί. Καθόμαστε σε ένα τεράστιο προθάλαμο με πάγκους και μιλούσαμε.

Η Διδώ με ανέθρεψε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Ήταν αγχωμένη, διότι είχε αναλάβει ένα παιδί στη θέση ενός δικού της που δεν θέλησε ποτέ, γιατί ήταν διαρκώς απασχολημένη με πολλά πράγματα. Αφού δεν είχε καν οικιακό ζώο, γιατί δε προλάβαινε να το φροντίσει. Ξαφνικά ανέλαβε ένα παιδί το οποίο έπρεπε να   αναθρέψει «σωστά», σύμφωνα με την κομματική λογική. λόγω του φορτίου που αυτό κουβαλούσε. Έκανε ό,τι μπορούσε για να μην πέσει στην παγίδα, να βρει μια μέση οδό και να με μεγαλώσει με την δέουσα ελευθερία σκέψης και μάθησης. Δεν με ανάγκασε ποτέ να στραφώ προς τον μαρξισμό.

Με άφηνε να ανακαλύπτω μόνος μου την πραγματικότητα. Το σπίτι μας στην οδό Κοδριγκτώνος, που έχει δωριθεί στο Υπουργείο Πολιτισμού με την εντολή να εδρεύει εκεί η Εταιρεία Συγγραφέων, ήταν φιλόξενο. Εκεί συγκεντρώνονταν διανοούμενοι της αριστεράς, όπως ο Βάρναλης, η Γαλάτεια Καζαντζάκη, ο Τάσος Βουρνάς, ο Στάθης Δρομάζος, η Άλκη Ζέη και πολλοί καλλιτέχνες. Η Διδώ είχε διαγραφεί από το Κόμμα, το 1947, με εντολή του Ζαχαριάδη. Γιατί ως συνεργάτης του Ριζοσπάστη όπου έγραφε για την εξωτερική πολιτική, μετέδωσε την, ανεπιθύμητη για τον Ζαχαριάδη, είδηση σχετικά με το σύμφωνο Μπέβιν-Μάρσαλ κατά το οποίο η Αμερική αντικαθιστούσε την Αγγλία όσον αφορά τα εσωτερικά της Ελλάδος.

Στην πλούσια βιβλιοθήκη της Διδώς βρήκα θησαυρούς.. Ακούγοντας τον Βουρνά να αναφέρει τον Ροίδη, στα δέκα μου χρόνια πήρα την Πάπισσα Ιωάννα από το ράφι και άρχισα να την διαβάζω. Η Διδώ με είδε, φοβήθηκα ότι θα με μαλώσει για τα «πονηρά» του βιβλίου. Εκείνη απλώς με ρώτησε πώς καταλαβαίνω την καθαρεύουσα, ξεχνώντας ότι  από το δημοτικό τότε την μαθαίναμε. Πήγαινα στην Σχολή Αηδονοπούλου, όπου ήταν γυμνασιάρχης ο σύζυγος της Διδώς. Αργότερα φοίτησα στο Βαρβάκειο.

Η θεία μου ποτέ δεν προσπάθησε να με καθοδηγήσει ιδεολογικά. Τον μαρξισμό τον ανακάλυψα μέσα από τις συζητήσεις των μεγάλων. Ποτέ δεν μου είπε κανείς ότι «πρέπει» να διαβάσω κάτι συγκεκριμένο και να απορρίψω κάτι άλλο. Αν συνέβαινε αυτό και το ακολουθούσα, θα ήμουν σήμερα στο ΚΚΕ...

Η μητέρα μου ήταν πιο επιτακτική. Έπρεπε κατ’ αυτήν να διαπαιδαγωγηθώ μαρξιστικά. Όταν την επισκεπτόμουν στην φυλακή, την άκουγα να λέει: «Το παιδί πρέπει να μάθει ρούσικα». Μου έδινε κάτι αυτοσχέδιες μικρές εκδόσεις με σχέδια και κείμενα εμπνευσμένα από ιστορικά και άλλα θέματα, που απηχούσαν σε γενικές γραμμές τις ιδέες της. Αυτά σήμερα φυλάσσονται στο ΕΛΙΑ.  Η μητέρα μου, που ασχολήθηκε και με την φιλοσοφία, διάβαζε π.χ. τον Πλάτωνα με κριτικό πνεύμα, γιατί αυτός εκπροσωπούσε τη συντήρηση, τον φασισμό. Τον μελέτησε για να τον επικρίνει.

Προσπάθησε να με επηρεάσει στενά ιδεολογικά όσον αφορά τη λογοτεχνία αλλά εγώ είχα βρει τον δρόμο μου. Διάβαζα, Βερν, Κοναν Ντόιλ, και ό,τι άλλο ανάγνωσμα της εποχής έπεφτε στα χέρια μου (…)

(Απόσπασμα συνέντευξης του Νίκου Μπελογιάννη στο Δέντρο, στις 28-8-18)

Ο Νίκος Μπελογιάννης σπούδασε χημικός-μηχανικός στο Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο.

Επιστροφή
Ανακοίνωση για τον θάνατο του Γιώργου Γαβαλά
ΑΠΟΝΟΜΗ ΒΡΑΒΕΙΩΝ 2018 ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
© Copyright 2015 Εταιρεία Συγγραφέων - Κοδριγκτώνος 8. 11257 Αθήνα. Τηλ.: 210.8231890, Fax: 210.8232543